Η σύνταξη της στατικής και αντισεισμικής μελέτης ενός κτιρίου, ή γενικότερα ενός τεχνικού έργου, είναι μια διαδικασία που απαιτεί γνώση, εμπειρία και ακρίβεια. Λόγο της φύσης της μελέτης (που είναι καθαρά επιστημονική με δυσνόητους τεχνικούς όρους στο εύρη κοινό), ο ιδιοκτήτης συνήθως περιορίζεται στο να κατανοήσει την θέση των υποστυλωμάτων και των δοκών στο χώρο, στον τρόπο που αυτά επηρεάζουν την αρχιτεκτονική μελέτη και σε κάποιες περιπτώσεις, στο κόστος κατασκευής (συνήθως όταν έχουμε τμήματα του δομήματος που απαιτούν αυξημένο κόστος κατασκευής λόγο των διαστάσεων ή των φορτίων τους). Η ευθηνή της στατικής και αντισεισμικής μελέτης είναι αποκλειστικά στον μηχανικό ο όποιος καλείται να μελετήσει τον φορέα του κτιρίου έχοντας υπόψη του το αρχιτεκτονικό σχέδιο, την ασφάλεια του δομήματος και ταυτόχρονα την βέλτιστη οικονομική τεχνική λύση.

Είναι λανθασμένη η εντύπωση ότι η παραπάνω μελέτη αφορά μόνο την συμπεριφορά μιας κατασκευής έναντι πιθανού σεισμού. Παρόλο που αυτό είναι αρκετά σημαντικό μέρος της μελέτης, αφού η καταπόνηση ενός σεισμού στο κτίριο είναι σχεδόν πάντα η δυσμενέστερη, μελετάμε το κτίριο και ως προς την ‘φέρουσα ικανότητα’ του, δηλαδή να μπορεί να φέρει στοιχειά όπως τοιχοποιίες, δάπεδα, ανθρώπους, αντικείμενα, μηχανήματα κλπ. Εξετάζονται και άλλοι παράμετροι ανάλογα με το είδος της κατασκευής, την χρήση και την θέση. Έτσι πχ σε ένα μεταλλικό κτίριο θα εξετάσουμε την ανεμοπίεση ή σε μια ξύλινη στέγη το ύψος του χιονιού κατα τους χειμερινούς μήνες κτλ. Τέτοιες καταπονήσεις είναι αρκετά σημαντικές αφού εμφανίζονται συχνά κατά την διάρκεια ζωής ενός κτιρίου και μπορεί να προκαλέσουν ακόμα και την κατάρρευση του.

Είναι σημαντικό να έχει τοποθετηθεί και προδιαστασιολογιθεί εμπειρικά ο στατικός φορέας κατά την διάρκεια της σχεδίασης του κτιρίου έτσι ώστε οι απαιτήσεις και τα αποτελέσματα της μελέτης να μην επηρεάσουν σημαντικά τον σχεδιασμό του κτιρίου ή να μην οδηγηθούμε σε αντιοικονομικές λύσεις. Η γνώση και η εμπειρία του μηχανικού είναι καθοριστική στο να τοποθετηθούν τα υποστυλώματα και οι δοκοί του κτιρίου, κατά την διάρκεια της αρχιτεκτονικής μελέτης, με όσο το δυνατόν καλύτερη διάταξη, μέγεθος και θέση έτσι ώστε να μην έχουμε μεγάλες αποκλίσεις λόγω της στατικής επίλυσης.

Αφού λοιπόν ο μηχανικός επιλύσει το κτίριο προσομοιώνοντας κατάλληλα τον φορέα και περιγράφοντας με ακρίβεια τα φόρτια που προκύπτουν από την αρχιτεκτονική μελέτη και τις διάφορες καταπονήσεις συμφώνα με τους κανονισμούς, παράγετε το τεύχος υπολογισμών και οι ξυλότυποι του κτιρίου. Τα σχεδία των ξυλοτύπων περιγράφουν τον φορέα (υποστυλώματα, δοκοί, πλάκες κλπ) και του οπλισμούς. Πρέπει να είναι λεπτομερής, ευανάγνωστα και να περιέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την κατασκευή του φέροντος οργανισμού του κτιρίου καθώς και για την κοστολόγηση του. Με αυτά τα σχεδία θα ξεκινήσει κατασκευή του κτιρίου και οποιοδήποτε λάθος ή ασάφεια μπορεί να οδηγήσει σε μη ορθή κατασκευή του κτιρίου και μάλιστα σε βαθμό που η διόρθωση της να είναι αρκετά δαπανηρή ή και αδύνατη. Περά των αποτελεσμάτων και των σχεδίων της μελέτης που θα πρέπει να εναρμονίζονται πλήρως με τους κανονισμούς και τις διατάξεις και θα πρέπει να εφαρμόζονται επακριβώς στην πράξη, ο κάθε μελετητής έχει υιοθετήσει μέσα από την εμπειρία του, πρακτικές κατασκευής (που δεν αναιρούν κάποιον κανονισμό ή διάταξη) συμφώνα με τις οποίες ενισχύει στην πράξη την ασφάλεια του δομήματος και την καλύτερη εφαρμογή της στατικής μελέτης όπως πχ εξυγίανση του εδάφους σε πολυώροφα κτίρια πριν την κατασκευή της θεμελίωσης ανεξαρτήτως εάν απαιτήτε ή όχι από τον κανονισμό. Τέτοιες πρακτικές συζητούνται πρώτα με τον ιδιοκτήτη, όσο αφορά το κόστος, και συνήθως με πολύ μικρό επιπλέον κόστος (σε σχέση με το συνολικό) καταφέρνουμε να αυξήσουμε την ασφάλεια του κτιρίου.  

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι κατά την σύνταξη της μελέτης του δομήματος, εφαρμόζονται οι παρακάτω κανονισμοί και διατάξεις :

Ελληνικοί κανονισμοί

  • Ελληνικός Κανονισμός για τη Μελέτη και Κατασκευή Έργων από Ωπλισμένο Σκυρόδεμα, ΦΕΚ 1329β – 6 Νοεμβρίου 2000.
  • Η συμπλήρωση της απόφασης έγκρισης του Ελληνικού Κανονισμού Οπλισμένου Σκυροδέματος ΕΚΩΣ 2000, ΦΕΚ 447β, 5 Μαρτίου 2004.
  • Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός-έκδοση 2000, ΦΕΚ 2184β – 20 Δεκεμβρίου 1999
  • Διόρθωση λαθών στον Ελληνικό Αντισεισμικό κανονισμό (ΕΑΚ-2000), ΦΕΚ 423β – 12 Απριλίου 2001
  • Τροποποίηση και συμπλήρωση της απόφασης έγκρισης του «Ελληνικού Α-ντισεισμικού Κανονισμού», ΦΕΚ 781β – 18 Ιουνίου 2003
  • Τροποποίηση διατάξεων του «Ελληνικού Αντισεισμικού Κανονισμού ΕΑΚ-2000» λόγω αναθεώρησης του Χάρτη Σεισμικής Επικινδυνότητας», ΦΕΚ 1154β – 12 Αυγούστου 2003
  • Ελληνικός Κανονισμός Φορτίσεων Δομικών Έργων, Β.Δ. ΦΕΚ 325α 31/12/1954.
  • Ελληνικός Κανονισμός Τεχνολογίας Σκυροδέματος 97, ΦΕΚ 315/Β/17-4-97.

Εθνικά Πρότυπα Ευρωκώδικων EC

  • ΕΝ 1990: 2002 Ευρωκώδικας: “Βάσεις Σχεδιασμού”
  • ΕΝ 1991: 2002 Ευρωκώδικας 1: “Δράσεις”
  • ΕΝ 1992 Ευρωκώδικας 2: “Σχεδιασμός φορέων από Σκυρόδεμα”
  • ΕΝ 1992-1-1: 2004 : Γενικοί Κανόνες και κανόνες για κτίρια,
  • ΕΝ 1992-1-2: 2004 : Γενικοί Κανόνες: Δομοστατικός σχεδιασμός έναντι πυρκαγιάς.
  • ΕΝ 1993 Ευρωκώδικας 3: “Σχεδιασμός Φορέων από Χάλυβα”
  • ΕΝ 1993-1-1: 2005 : Γενικοί κανόνες και κανόνες για κτίρια
  • ΕΝ 1993-1-3: 2006 : Γενικοί κανόνες Πρόσθετοι κανόνες για μέλη και φύλλα ψυχρής έλασης.
  • ΕΝ 1993-1-8: 2003 : Σχεδιασμός κόμβων
  • ΕΝ 1995 Ευρωκώδικας 5: “ Σχεδιασμός Ξύλινων Φορέων”
  • ΕΝ 1996 Ευρωκώδικας 6: “Σχεδιασμός Φορέων από Τοιχοποιία”
  • ΕΝ 1997 Ευρωκώδικας 7: “Γεωτεχνικός Σχεδιασμός”
  • ΕΝ 1997-1: 2004 : Γενικοί κανόνες
  • ΕΝ 1998 Ευρωκώδικας 8: “Αντισεισμικός Σχεδιασμός”
  • ΕΝ 1998-1: 2004 : Γενικοί κανόνες, σεισμικές δράσεις και κανόνες για κτίρια
  • ΕΝ 1998-3: 2005 : Αποτίμηση της φέρουσας ικανότητας και ενισχύσεις κτιρίων
  • ΕΝ 1998-5: 2004 : Θεμελιώσεις, φορείς αντιστήριξης και γεωτεχνικά θέματα

Παραρτήματα
Τα Παραρτήματα (κανονιστικά ή πληροφοριακά) των αναφερομένων κανονισμών
λαμβάνονται υπόψη κατά την σύνταξη της μελέτης.